Sidebar Menu

Οι Απάχηδες των Αθηνών

- Κατερίνα Μπαρτζώκα

«Ματιές εκ περιτροπής[1] στο λιμπρέτο της τρίπρακτης οπερέτας Οι Απάχηδες των Αθηνών (1921) των Νίκου Χατζηαποστόλου και Γιάννη Πρινέα και στο σενάριο της ομότιτλης κινηματογραφικής ταινίας (1930) σε σκηνοθεσία Δημήτρη Γαζιάδη»

- Η Α΄ Πράξη της οπερέτας μας μεταφέρει στο εξοχικό οινοπωλείο του Μπάρμπα-Ανδρέα στα Πατήσια, το οποίο αποτελεί τόπο συνάντησης για τους ανθρώπους της γειτονιάς. Εκεί συχνάζουν οι Απάχηδες[2] των Αθηνών: ο Κώστας(γνωστός στη γειτονιά με το ψευδώνυμο «Πρίγκιπας» λόγω μίας φήμης περί ευγενικής καταγωγής του) και το κωμικό δίδυμο ΚαρούμπαΚαρκαλέτσου αμφότεροι αυθόρμητοι, καλοσυνάτοι και αφοσιωμένοι φίλοι του «Πρίγκιπα». Ο «Πρίγκιπας» και οι δύο αγαπημένοι του φίλοι συμπρωταγωνιστούν και στις δύο εκδοχές των φημισμένων Απάχηδων, τη μουσικοθεατρική και την κινηματογραφική. Εν τούτοις, ο «Πρίγκιπας» της κινηματογραφικής εκδοχής δεν εμφανίζεται με το όνομα «Κώστας», αλλά ως «Pierre Lambetis».

Η όμορφη Τιτίκα είναι η αρραβωνιαστικιά του Κώστα. Πρόκειται για φτωχή νεαρή γυναίκα της γειτονιάς, με θελκτικό παρουσιαστικό, η οποία πουλά λουλούδια για να επιβιώσει. Η Τιτίκα του Δ. Γαζιάδη ταυτίζεται με την ορφανή και πάμπτωχη γειτόνισσα του οπερετικού «Πρίγκιπα», με τη σημαίνουσα διαφορά ότι η κινηματογραφική ηρωίδα διστάζει να εξωτερικεύσει τα τρυφερά αισθήματα που τρέφει για εκείνον. Διασταυρώνεται με τον γοητευτικό απάχη καθ’ οδόν, καθώς περιδιαβαίνει τα φτωχικά δρομάκια της Πλάκας με το πανέρι της γεμάτο λουλούδια, δίνοντας τον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση.

Ο Κώστας («Πρίγκιπας») εμφανίζεται στην ταβέρνα κακόκεφος και σκεπτικός. Πριν από δύο μήνες, καθώς περπατούσε στην εξοχή, όλως τυχαίως και μετά από ένα απροσδόκητο συμβάν, έσωσε τη ζωή μίας νεαρής γοητευτικής γυναίκας. Δεν πρόλαβε, όμως, ούτε να ρωτήσει το όνομά της. Η νέα, μόλις συνήλθε, τον ευχαρίστησε με ευγένεια και απομακρύνθηκε βιαστικά. Έκτοτε εκείνος αναπολεί τη στιγμή της φευγαλέας γνωριμίας τους και αδυνατεί να αποδιώξει από τη σκέψη του το χαμόγελο και τα όμορφα μάτια της. Ο «Πρίγκιπας» του Δ. Γαζιάδη γοητεύεται από τη νεαρή γυναίκα, την οποία εντοπίζει ημιαναίσθητη να κείτεται στο έδαφος, μετά από ένα ατυχές συμβάν με το άλογό της σε απόκεντρη περιοχή της Αττικής. Η αμοιβαιότητα της έλξης που αναπτύσσεται ανάμεσα στον «Πρίγκιπα» και τη Βέρα Παραλή (θυγατέρα του εύπορου Ξενοφώντος Παραλή ή του φιλμικού AthanaseParalis κατά περίπτωση), ουδόλως απομειώνεται από το γεγονός ότι το ένα πρόσωπο αγνοεί την ταυτότητα του άλλου.

Στο οινοπωλείο του Μπάρμπα-Ανδρέα κάνει την εμφάνισή του ο εύπορος αριστοκράτης Ξενοφών Παραλής μαζί με την κόρη του Βέρα και τον Κλέωνα, νεαρό άνδρα προστατευόμενό του. Ο ΚλέωνZènobe Kyriacos κατά την κινηματογραφική εκδοχή) έχει γοητευθεί από τη Βέρα και το ομολογεί, αλλά ο Παραλής που μεγαλοπιάνεται, δεν θέλει ούτε να το ακούσει. Τότε ο Νίκος, άσπονδος φίλος του Κλέωνα, σκαρφίζεται μία φάρσα. Φρονεί ότι με την «ιδιοφυή» ιδέα του, ο φίλος του θα μπορέσει να δώσει ένα «καλό μάθημα» στους κενόδοξους «Παραλήδες». Επιπροσθέτως, εμπλέκει στη φάρσα που μηχανεύεται τον ανυποψίαστο «Πρίγκιπα», καθώς ζητά τη συνδρομή του στην υλοποίησή της, προσφέροντάς του πλουσιοπάροχη αμοιβή. Η περιφρόνηση του Παραλή για τον παρακατιανό «γραμματικό» του, αποκαρδιώνει τον νεαρό ΚλέωναZènobe), ο οποίος δρομολογεί –και στις δύο εκδοχές- την εκδίκησή του δίχως χρονοτριβή. Επισημαίνεται ότι τα μέλη της κινηματογραφικής οικογένειας «Παραλή», εν αντιθέσει με την αντίστοιχη οικογένεια του οπερετικού έργου, ουδέποτε επισκέπτονται την ταπεινή συνοικία των Απάχηδων.

Η κάμερα των αδελφών Γαζιάδη μας μεταφέρει στους χώρους δράσης, αναδεικνύοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους με μία απελευθερωτική δυναμική και δίχως ψήγμα εξιδανίκευσης: από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης με τα διερχόμενα οχήματα, στη λαϊκή συνοικία με τα αυτοσχέδια δρομάκια και την τυρβώδη υπαίθρια αγορά και από την ετοιμόρροπη φτωχική κατοικία του «Πρίγκιπα», στην επιβλητική έπαυλη της οικογένειας Παραλή. Η εξέλιξη της πλοκής με φόντο την πόλη και τους υπαίθριους χώρους εντός και εκτός πόλης, πριμοδοτείται από την εγχώρια κινηματογραφία της μεσοπολεμικής περιόδου. Ο προσανατολισμός στην καταγραφή της δράσης στον ανοικτό χώρο της γειτονιάς, διανθίζει τον βασικό κορμό της ιστορίας των Απάχηδων με νέο υλικό, όπως συμβαίνει με την απροσδόκητη άφιξη της συμμορίας, που οδηγεί σε μία παράφορη συμπλοκή, προξενώντας αναταραχή στη λαϊκή συνοικία και τους κατοίκους της.

Στο σύμπαν των Απάχηδων των Αθηνών, οι λαϊκοί κωμικοί ήρωες δεν διαβιούν στην αφάνεια, όπως άλλοτε∙ διαδραματίζουν πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο και με την ειλικρίνεια και την τιμιότητα του χαρακτήρα τους, τον πηγαίο αυθορμητισμό και την εύθυμη διάθεση, αντιπαρέρχονται την ανέχεια που κατατρύχει τον καθημερινό τους βίο, απολαμβάνουν στο έπακρο τις στιγμές που μοιράζονται με τους φίλους τους και κατακτούν τις καρδιές του κόσμου. Τόσο στην οπερέτα, όσο και στην κινηματογραφική ταινία, ο «Πρίγκιπας» αποδέχεται μεν να συμμετάσχει στο σχέδιο του περίφημου «φίλου» επ’ αμοιβή, αλλά η απόφαση δεν λαμβάνεται αβίαστα. Ακόμη και αν το ύψος της αμοιβής λειτουργεί ως δέλεαρ, και αν κάποτε οι αδελφικοί του φίλοι τον παροτρύνουν να μην αρνηθεί, η τιμιότητα υπερέχει κάθε προσφοράς στην πλάστιγγα των προσωπικών του αξιών.

 

- Η Β΄ Πράξη της οπερέτας μας μεταφέρει στο αρχοντικό της οικογένειας Παραλή. Η Βέρα γιορτάζει την επέτειο των γενεθλίων της, οι πολυάριθμοι προσκεκλημένοι διασκεδάζουν αμέριμνοι χορεύοντας δημοφιλείς χορούς της εποχής και η ιδέα του ραδιούργου «φίλου» βρίσκει πρόσφορο έδαφος: ο Ξενοφών Παραλής μελετά την επιστολή ενός υποτιθέμενου «ευγενή», ο οποίος γνωστοποιεί την πρόθεσή του να επισκεφθεί την οικία Παραλή, προκειμένου να ευχηθεί στη δεσποινίδα Βέρα για τα γενέθλιά της. Ο Ξενοφών Παραλής και η αδελφή του Αρετούσα, υπέρμετρα ενθουσιασμένοι που ένας τόσο «σημαντικός» άνθρωπος πρόκειται να τιμήσει την οικογένειά τους με την παρουσία του, φροντίζουν για την αρμόζουσα υποδοχή του.

Σε συνέχεια της άφιξης του υποτιθέμενου «Κόντε» στο αρχοντικό, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον «Πρίγκιπα» που έχει μεταμφιεσθεί για τις ανάγκες μίας «αθώας» φάρσας, έπεται η άφιξη του διδύμου Καρούμπα – Καρκαλέτσου με την ιδιότητα των ακολούθων του «Κόντε». Η μία γκάφα διαδέχεται την άλλη και η διόλου κόσμια συμπεριφορά τους στο τραπέζι εξοργίζει τον οικοδεσπότη. Εν τω μεταξύ, η ανύπανδρη Αρετούσα που αναζητά τον ιδανικό γαμπρό, γοητεύεται και από τους δύο περίφημους γκαφατζήδες! Η Aréthuse του φιλμικού κειμένου, μία ιδιάζουσα φιγούρα, εφάμιλλη της αντίστοιχης άκρως κωμικής μορφής του οπερετικού έργου, απολαμβάνει την εορταστική ατμόσφαιρα, αδιαφορώντας για την παρουσία των όποιων «ακολούθων» ενός «σημαντικού» επισκέπτη.

Στο αρχοντικό καταφθάνει και η Τιτίκα, η οποία έχει αναλάβει εν αγνοία της, την υποχρέωση να μεταφέρει τα λουλούδια για τη γιορτή.

Νωρίτερα, ο «Πρίγκιπας» και η Βέρα έχουν αναγνωρίσει ο ένας στο πρόσωπο της άλλης και αντιστρόφως, τη νεαρή γυναίκα με τα πανέμορφα μάτια και τον γενναίο και ευγενή νεαρό άνδρα του προ δύο μηνών συναπαντήματος στην εξοχή. Η Τιτίκα παρακολουθεί από τη χαραμάδα της πόρτας περίλυπη, την αμοιβαία ερωτική εξομολόγηση των δύο νέων. Στην οπερέτα, η παρουσία της Τιτίκας στη γιορτή προοικονομεί τη μεγάλη ανατροπή: η φάρσα αποκαλύπτεται⸱ αφενός ως συνέπεια των αλλεπάλληλων επεισοδίων που προξενεί άθελά του το δίδυμο Καρούμπα – Καρκαλέτσου, αφετέρου όταν η Τιτίκα αποφασίζει να αποκαλύψει την πραγματική ταυτότητα του Κώστα («Πρίγκιπα») και τη σχέση του μαζί της. Στον αντίποδα, η Τιτίκα (Titica) του Δ. Γαζιάδη εμφανίζεται περισσότερο εσωστρεφής και λιγότερο διεκδικητική. Καθώς παρακολουθεί τον διάλογο ανάμεσα στον «Πρίγκιπα» και τη Βέρα, κρυμμένη πίσω από ένα κιγκλίδωμα στον περίβολο του αρχοντικού, αντιλαμβάνεται ότι κάτι έχει συμβεί, το οποίο η ίδια μέχρι πρότινος αγνοούσε. Ακολούθως, εγκαταλείπει τον χώρο της γιορτής, πνίγοντας σιωπηρά τον πόνο της. Η «θύελλα» των αποκαλύψεων για τους κινηματογραφικούς Απάχηδες, ξεσπά όταν ο πληγωμένος και συνάμα απερίσκεπτος Zènobe, αναφέρεται –παρουσία των εκλεκτών προσκεκλημένων- στην κάλπικη ταυτότητα του «ευγενή». Ο βαθιά ντροπιασμένος οικοδεσπότης εξοργίζεται και δείχνει στον «Πρίγκιπα» και τους «ακολούθους» του την πύλη της εξόδου. Οι ραγδαίες εξελίξεις τορπιλίζουν την αίγλη της εορταστικής βραδιάς και οδηγούν στην αδόκητη διάλυσή της.

- Η Γ΄ Πράξη της οπερέτας μας οδηγεί για ακόμη μία φορά στο φτωχικό οινοπωλείο του Μπάρμπα-Ανδρέα, το οποίο επισκέπτονται η Βέρα με την Αρετούσα -κρυφά από τον Ξενοφώντα Παραλή- αναζητώντας τους νεαρούς άνδρες που τις έχουν γοητεύσει.

Ο «Πρίγκιπας» βιώνει το μεγαλύτερο δίλημμα της ζωής του, καθώς έχει πλέον την ευκαιρία να ζήσει τον έρωτά του με τη Βέρα, αλλά η συνείδησή του δεν του το επιτρέπει. Θεωρεί υποχρέωσή του να αποκαταστήσει το φτωχό κορίτσι που του έχει αφοσιωθεί με όλη του την καρδιά.

Ο Ξενοφών Παραλής εισέρχεται στο οινοπωλείο συνοδευόμενος από τους άνδρες των Αρχών, στους οποίους έχει δώσει εντολή να συλλάβουν τους Απάχηδες. Τότε η Βέρα σπεύδει να ενημερώσει τον πατέρα της, ότι ο «Πρίγκιπας» είναι ο νέος που της έσωσε τη ζωή, την ατυχή εκείνη ημέρα στην εξοχή. Ο Ξενοφών Παραλής, που μόλις έχει γίνει μάρτυρας της απόφασης του «Πρίγκιπα» να συνεχίσει τη ζωή του με την Τιτίκα, εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στον νεαρό άνδρα, προικίζοντάς τον για να ζήσει ευτυχισμένος με τη μέλλουσα σύζυγό του.

Η Βέρα δηλώνει ότι θα μείνει σε όλη της τη ζωή κοντά στους οικείους της «με την ανάμνηση του ωραίου αυτού ονείρου».

Η άστοχη φάρσα αποκαλύπτεται τόσο στην οπερετική, όσο και στην κινηματογραφική εκδοχή των Απάχηδων⸱ τα αξιαγάπητα αλάνια διεισδύουν στο περίκλειστο σύμπαν των νεόπλουτων αστών και αποκαλύπτουν την ανυπόστατη «ανωτερότητα» των προνομιούχων της κοινωνίας. Εκείνο, όμως, που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, είναι το γεγονός ότι η παραδεδομένη κοινωνική ευταξία ανθίσταται σε κάθε υφέρπουσα «απειλή» και εν τέλει επικυρώνει την ισχύ της. Ο «Πρίγκιπας» των κινηματογραφικών Απάχηδων γοητεύεται μεν από τα όμορφα μάτια της Βέρας Παραλή, αλλά με την πρώτη αφορμή ομολογεί ότι «δεν έχει θέση στη γιορτή της οικογένειάς της, διότι υπήρξε ανέντιμος». Ο κινηματογραφικός Παραλής, ακολουθώντας τα χνάρια του οπερετικού φαντασμένου αριστοκράτη, μόλις πληροφορείται από τη μονάκριβη θυγατέρα του, τη γενναιότητα του χαρακτήρα και την αξιοπρεπή στάση του φτωχού «Πρίγκιπα»,σπεύδει να επανορθώσει για τη σκληρή συμπεριφορά απέναντί του. Ο «Πρίγκιπας», ωστόσο, δεν ενδίδει στην εγκάρδια πρόσκληση που του απευθύνει ο Παραλής⸱ η καρδιά του έχει τον πρώτο λόγο και σε αυτή την περίπτωση την έχει κερδίσει η άδολη τρυφερότητα της Τιτίκας. Επιπλέον, δεν έχει ανάγκη την εύνοια κανενός «Παραλή», καθώς του κληροδοτείται ένα σημαντικό χρηματικό ποσό από συγγενικό του πρόσωπο που ζούσε σε μακρινή χώρα και με αυτόν τον τρόπο ανοίγει ο δρόμος για να σχεδιάσει μαζί με την εκλεκτή της καρδιάς του, την κοινή τους ζωή.

Οι ήρωες και οι ηρωίδες του Δ. Γαζιάδη μοιάζουν να πραγματοποιούν ένα σύντομο ταξίδι στον χρόνο, αναζητώντας τα φτωχά αλάνια και τους «καθώς πρέπει» αστούς του Ν. Χατζηαποστόλου, ώστε να εκκινήσουν από κοινή αφετηρία. Η αποστολή τους είναι προδιαγεγραμμένη, όπως και η απόληξη της πορείας τους. Ωστόσο, διαφέρει η διαδρομή που ακολουθούν σε καθεμιά από τις δύο εκδοχές (μουσικοθεατρική – κινηματογραφική), προκειμένου να διασφαλισθεί η επιθυμητή έκβαση. Η υπερκειμενική επεξεργασία του λιμπρέτου πραγματώνεται μέσα από γνώριμα και άγνωστα μέχρι πρότινος μονοπάτια, αλλά με προορισμό κοινό και αδιαπραγμάτευτο: μία αίσια έκβαση (happy ending), συμβατή με τις κοινωνικά προσδιορισμένες αρχές και αξίες, τις συνακόλουθες προσδοκίες και απαιτήσεις της εποχής.

 

 

[1] Η οπερέτα απαρτίζεται από τρεις πράξεις και η ομώνυμη κινηματογραφική ταινία από έξι μέρη. Δεν υφίσταται ακριβής αντιστοιχία μεταξύ των διακριτών κινηματογραφικών μερών και των τριών πράξεων του μουσικοθεατρικού έργου.

[2] Απάχης (από τη γαλλική λέξη apache = ο άνθρωπος του περιθωρίου, το αλάνι).


Γραφεία

Κινηματογράφος

Member of

europa-cinemas-creative-europe